• Οκτώβριος 2011
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Μάι.   Νοέ. »
     12
    3456789
    10111213141516
    17181920212223
    24252627282930
    31  
  • RSS Δραστηριοτητα

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • Αθλητισμος

«Η Ευρώπη που θέλουμε¨

Ασκώντας με ένταση τα καθήκοντά μου ως πολιτικού εκπροσώπου Εξωτερικής Πολιτικής του ΠΑ.ΣΟ.Κ., βιώνω τις εξελίξεις στην Ε.Ε. και τις συζητώ με πρέσβεις και με υπουργούς Ευρωπαϊκών Υποθέσεων , αλλά και με Έλληνες πολιτικούς, κυρίως στο χώρο της Βουλής των Ελλήνων. Ισχυρή δόση εμπειρίας απέκτησα, για δεύτερη φορά, ως εισηγητής του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στη Συνθήκη της Λισσαβώνας, παρακολουθώντας όλες τις ομιλίες των συναδέλφων και αποκρυσταλλώνοντας, έτσι, άποψη για το πόσο ελλειμματική είναι η σχέση του ελληνικού πολιτικού συστήματος με το ευρωπαϊκό φαινόμενο.

 Ξεχωριστή θετική ιδιαιτερότητα αποτελεί το ΠΑ.ΣΟ.Κ., αλλά κι εμείς έχουμε δρόμο να διανύσουμε ως συλλογικότητα. Στη διάνυση της πορείας αυτής η συμβολή του ΙΣΤΑΜΕ είναι καίρια, και σε ορισμένες περιπτώσεις, δυστυχώς, η μοναδική υπάρχουσα στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Το θέμα μου εκκινεί με την καταγραφή του στόχου για την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης και την ανάδειξη της Ε.Ε. ως ενός ισχυρού πολιτικού πόλου στο παγκόσμιο σύστημα, θα συνεχίσω με την αναφορά στη Συνθήκη της Λισσαβώνας ως ενδιάμεσου σταδίου, καθώς και στην ιδιαιτερότητα της παρούσης περιόδου της χρηματοπιστωτικής κρίσης και, τέλος, θα ολοκληρώσω, αρθρώνοντας σκέψεις για την πολιτική πορεία της Ε.Ε., ομιλώντας βέβαια από την πλευρά της Ελλάδας, ως υποκειμένου της ευρωπαϊκής πολιτικής ενοποίησης.

 ΙΙ. Η Ε.Ε. ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΠΟΛΟΣ. Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΙΣΣΑΒΩΝΑΣ.

 Ελλάδα από τη δεκαετία του 1970 χάραξε την εξωτερική της πολιτική με βάση την επιλογή της να καταστεί μέλος των τότε Ευρωπαϊκών Οικονομικών Κοινοτήτων. Η πολιτική αυτή επιβεβαιώθηκε, μέσω του αγώνα της Ελλάδας να αποκτήσει επιτέλους ανεξάρτητη πολιτική φωνή, τη δεκαετία του 1980 και κατέστη αναμφισβήτητη και κυρίως συνιστώσα της πολιτικής της χώρας, αλλά και της συντριπτικής πλειοψηφίας του πολιτικού της συστήματος, τη δεκαετία του 1990 και στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 2000. Στις πολιτικές συζητήσεις και στα πολιτικά προγράμματα η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης και η μετεξέλιξη της Ε.Ε. σε παγκόσμιας ισχύος πολιτικό πόλο, στο πλαίσιο ενός πολυπολικού κόσμου, κατέστη η κύρια θέση αρχής για τα κόμματα εξουσίας της Ελλάδας.

Για τους έχοντες, όμως, συνείδηση των αναγκαίων όρων για την πορεία αυτή, η Ευρώπη ως παγκόσμιος πόλος, ως ενεργός και ισχυρός πολιτικός παίκτης, εκτός του σχετικού βερμπαλισμού, προϋποθέτει κατάλληλες εξουσίες, θεσμούς και διαδικασίες λήψης των αποφάσεων που θα καταλήγουν στη διαμόρφωση ίδιας πολιτικής βούλησης, αυξημένους πόρους στον κοινοτικό προϋπολογισμό αφενός για τη διαμόρφωση μιας Ευρώπης ελκυστικής για τους πολίτες, και κυρίως τους κοινωνικώς αδύναμους, και αφετέρου για τη λειτουργία της ως ισχυρού πολιτικού υποκειμένου, κοινή πολιτική άμυνας και ασφάλειας και, προφανώς, σταδιακή διαμόρφωση κοινών αντιλήψεων και στρατηγικών μέσα από τη συγκρότηση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου, στο πλαίσιο του οποίου θα αναδεικνύονται και ευρωπαίοι πολιτικοί, δηλαδή πολιτικοί των οποίων ο λόγος θα ξεπερνά τα όρια των συνόρων και θα αποκτά πανευρωπαϊκή εμβέλεια.

Αποφασιστικό βήμα προς την κατεύθυνση της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης ήταν η Συνθήκη για τη θέσπιση του Συντάγματος της Ευρώπης, η οποία, όμως, ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ, διότι δύο ευρωπαϊκοί λαοί εκ των ιδρυτών της Ε.Ε. διαμαρτυρόμενοι για όσα η Ευρώπη δεν είχε, της απαγόρευσαν και να τα αποκτήσει! Ως θεσμικό υποκατάστατο της απορριφθείσας Συνταγματικής Συνθήκης, διαμορφώθηκε η Συνθήκη της Λισσαβώνας ως προς την οποία το ΠΑ.ΣΟ.Κ. εξέφρασε την κριτική του υποστήριξη κατά τη σχετική κυρωτική/επικυρωτική διαδικασία, το 2008. Υποστηρίξαμε τη Συνθήκη της Λισσαβώνας ως θεσμικό κείμενο προόδου προς την κατεύθυνση της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης και ασκήσαμε την κριτική μας στην ανισομέρεια των προβλεπόμενων από αυτήν πολιτικών : πολλές και συγκεκριμένες διατάξεις για την ελευθερία της αγοράς και την προστασία του ανταγωνισμού και ελάχιστες – περιορισμένες σε κατευθυντήριες γραμμές – για την πλήρη απασχόληση και την κοινωνική προστασία. Ως γνωστόν, είμαστε σε αναμονή των εξελίξεων στην Ιρλανδία και ειδικά σε αναμονή της απόφασης του ιρλανδικού λαού, στο Δημοψήφισμα του φθινοπώρου.

 ΙΙΙ. ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ. Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ.

Η παρούσα φάση την οποία διανύουμε στην πορεία προς την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης είναι πλήρης δυσκολιών. Τα προβλήματα που συσσωρεύει η διευρυμένη διεύρυνση του 2004 σε πολιτικό κυρίως αλλά και σε διοικητικό επίπεδο, η μεταπήδηση κ.-μ., συμβολικών για την Ε.Ε., στο στρατόπεδο της διακυβερνητικής, η διαμόρφωση μιας φιλοατλαντικής, με την παραδοσιακή έννοια του όρου, πτέρυγας στην Ε.Ε. και οπωσδήποτε η θεσμική στασιμότητα στην οποία προαναφέρθηκα οδηγούν στην εύλογη αξιολόγηση, πως σήμερα, όποιος αφελώς πιέζει για την επιτάχυνση της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης, κατά ουσίαν πιέζει προς τη διάλυσή της. Στη συγκυρία, λοιπόν, αυτή των δυσχερειών, η έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, θα προσλάβει πολιτικές και συμβολικές διαστάσεις κατά πολύ περισσότερες και σημαντικότερες από εκείνες που οι ίδιες οι διατάξεις της εμπεριέχουν.

Αντιθέτως, ο τομέας της ευρωπαϊκής-κοινοτικής δράσης που εμφανίζει δυναμικά ποιοτικά χαρακτηριστικά καλού αγωγού της ευρωπαϊκής ενοποίησης, είναι, σε αυτή τη φάση, ο τομέας της οικονομικής διακυβέρνησης. Διευκρινίζω, όχι απλώς ο τομέας της οικονομίας, αλλά αυτός της οικονομικής διακυβέρνησης. Για ένα βραχύ, όπως ελπίζουμε, χρονικό διάστημα η οικονομική διακυβέρνηση, ειδικώς μέσα στο οικονομικό και μικρο-θεσμικό περιβάλλον της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, μπορεί να αποτελέσει έναν αρμό προς την ενοποίηση της Ευρώπης. Οι έκτακτοι Σύνοδοι Κορυφής της Ε.Ε., με θέμα τη διαχείριση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι συναντήσεις των κ.-μ. της Ευρωζώνης, τα αποφασιζόμενα μέτρα , η εφαρμογή τους, η εργαλειακή χρήση των Εθνικών Στρατηγικών Πλαισίων Αναφοράς (Ε.Σ.Π.Α.), η λειτουργία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η εξασφάλιση των κ.-μ. από προοπτικές χρεωκοπίας κ.ο.κ. παρέχουν αφενός στους ευρωπαίους πολίτες τις διαβεβαιώσεις πως η Ε.Ε. έχει λόγο ύπαρξης που σχετίζεται και με την ίδια τη ζωή τους κι αφετέρου παρέχουν στα πολιτικά συστήματα των κ.-μ. της Ε.Ε. τη νομιμοποιητική βάση να ασχοληθούν με την Ευρώπη και τα θέματά της, στο πλαίσιο άλλωστε της οποίας λαμβάνονται ήδη αποφάσεις που αφορούν το 75%, περίπου, των εσωτερικών θεμάτων των χωρών τους.

 IV. Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ Ε.Ε. (α. Η νέα ευρωπαϊκή πολιτική της χώρας, β. Οι παγίδες του κρυπτο-ευρωσκεπτικισμού  κρυπτο- ατλαντισμού).

 Η Ελλάδα, ευθύς ως το ΠΑ.ΣΟ.Κ. αναλάβει την εντολή της λαϊκής κυριαρχίας, οφείλει να επαναπροσδεθεί πολιτικά, λειτουργικά και συμβολικά στον κεντρικό ευρωπαϊκό-ενωσιακό συσχετισμό. Η Ευρώπη είναι το πολιτικό μας σπίτι, μέσα στο οποίο πολλαπλασιάζεται η πολιτική μας ισχύς και διευκολύνονται οι πολιτικές μας στοχεύσεις. Πέραν των δικών μας, ελληνικών, συμφερόντων, η υπεράσπιση των οποίων αποκτά ξεχωριστή δυναμική στο μέτρο που η Ελλάδα, ως μέλος της Ε.Ε., αθροίζει τις δυνάμεις της και τις παρατάσσει στον κεντρικό ευρωπαϊκό-ενωσιακό συσχετισμό, ακόμη και οι κεντρικές και κυρίαρχες πολιτικές τοποθετήσεις των Ελλήνων και του πολιτικού μας συστήματος (κυρίως πολυπολικός κόσμος, Μεσανατολικό, αμερικανο-ρωσικές σχέσεις), βρίσκουν, υπό προϋποθέσεις, θετικό πολιτικό περιβάλλον διαχείρισης στο πλαίσιο της Ε.Ε.. Ως εκ περισσού, φαντάζομαι, η υπενθύμιση, εν είδει παραδείγματος, της επιτυχούς διαχείρισης του πολέμου στη Ν. Οσετία από τη γαλλική προεδρία, καθώς των θετικών της πρωτοβουλιών, μόλις 4 ημέρες πριν τη λήξη της προεδρίας αυτής, στους βομβαρδισμούς των 22 ημερών του Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας.

 Στις περιπτώσεις αυτές η Ε.Ε. και με τους υπάρχοντες θεσμούς έδειξε πόσα μπορεί να κάνει, και σε ποια ακριβώς κατεύθυνση δημιουργώντας, μετά από πολύ καιρό, τις πρώτες ελπίδες στους πολίτες της. Η ανωτέρω κεντρική πολιτική της Ελλάδας ακολουθήθηκε με συνέπεια, και οπωσδήποτε με ποικιλία διαφοροποιήσεων, από το 1974. Μοναδική παρέκκλιση διαπιστώνεται στην τρέχουσα πενταετία της διακυβέρνησης του τόπου από τη Ν.Δ.. Στα αίτια της παρέκκλισης αυτής πρέπει να καταγραφούν πρώτον, η επαμφοτερίζουσα στάση της σημερινής πολιτικής ηγεσίας του ΥΠ.ΕΞ., η οποία δίχως θέση αρχής σκέφτεται και λειτουργεί ως εκκρεμές ανάμεσα στις Βρυξέλλες και την Ουάσιγκτον.

Και δεύτερον η απροθυμία του Πρωθυπουργού να υπερβεί τα ελάχιστα τυπικώς απαραίτητα στα οποία αυτο-περιορίστηκε (π.χ. απλή συμμετοχή στις Συνόδους Κορυφής της Ε.Ε., μη ανάληψη πρωτοβουλιών, ανοργάνωτες κινήσεις π.χ. στα ενεργειακά, εγκατάλειψη Βαλκανίων και Μεσανατολικού, αυτοπεριορισμός στα στερεότυπα της δεκαετίας του 1990 για την ευρωατλαντική προοπτική της Ευρώπης του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού κ.λπ.). Αυτής της τελευταίας επήλθε η αποδιεθνοποίηση της εξωτερικής μας πολιτικής, δηλαδή η ενασχόλησή μας με την Ε.Ε. και με τους διεθνείς θεσμούς μόνο για την εξυπηρέτηση των στενών εθνικών μας επιδιώξεων και η επί της ουσίας αδιαφορία μας για τα μεγάλα ζητήματα που αφορούν τη διεθνή κοινωνία, αλλά κυρίως την ευρύτερη περιοχή μας. Ο ελληνικός λαός είχε, τον περασμένο Απρίλιο, την ευκαιρία να δει απτά παραδείγματα της υποβάθμισης της χώρας μας, μέσω των πολιτικών και συμβολικών κινήσεων του Προέδρου των Η.Π.Α..

Η ανάπτυξη, λοιπόν, της βασικής κατεύθυνσης της εξωτερικής μας πολιτικής αποτελεί το μείζονα στόχο της Ελλάδας σε σχέση με την εκτός συνόρων πολιτική μας. Κι ο στόχος αυτός θα επιτευχθεί από την κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. με μια σειρά κινήσεων, με τις οποίες αφενός η πρόσδεση της Ελλάδας στον κεντρικό ευρωπαϊκό συσχετισμό κι αφετέρου θα αποτυπωθεί η στάση αυτή με σαφή τρόπο στη συνείδηση των πολιτών. Ταυτοχρόνως, θα αρχίσει η εκ νέου συσσώρευση διπλωματικού και πολιτικού κεφαλαίου από τις δράσεις μας στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή, όπως και πριν το 2004, με την πρόσθεση, αυτή τη φορά, και των δράσεων μας για την αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη, στο πλαίσιο της Ε.Ε. και του Ο.Η.Ε. Δια της συσσώρευσης αυτής θα ενισχυθεί πολλαπλώς ο ρόλος μας, κυρίως στο πλαίσιο της Ε.Ε., αλλά και διεθνώς. Τα όσα έχει επιτύχει η Τουρκία σήμερα δεν θα πρέπει να μας αιφνιδιάζουν. Η χώρα αυτή επιχείρησε επιτυχώς, τουλάχιστον έως σήμερα, όσα επιχειρούσε με σχεδόν απόλυτη επιτυχία, η Ελλάδα έως το 2004. Τις ανωτέρω σκέψεις δεν μπορούν να αναχαιτίσουν οι όποιες δυσκολίες συνεννόησης ανάμεσα π.χ. στη Γαλλία και τη Γερμανία για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης, ή η θεσμική στασιμότητα της Ε.Ε. λόγω των δημοψηφισμάτων, ή οι δυσκολίες που απορρέουν από τη διευρυμένη διεύρυνσητου 2004. Η προβολή των αρνητικών αυτών καταστάσεων για τη θεμελίωση αντιρρήσεων ως προς την ανάγκη να αναβαθμίσει η Ελλάδα τις σχέσεις της με τον πυρήνα της Ε.Ε. αποτελεί πρόσχημα ενός ομολογούμενου ή κρυπτόμενου ευρωσκεπτικισμού.

 Ο οποίος είναι καταφανώς αδιεξοδικός, είτε οδηγεί σε φιλοατλαντικές θέσεις, είτε στις επικίνδυνες αστειότητες περί μοναχικού ελληνικού κράτους κ.τ.τ. Η πολιτική στάση απέναντι στο μέλλον της ενωσιακής Ευρώπης χωρίζεται σε δύο τάσεις : πρώτον αυτήν που προωθεί την Ευρώπη ως ενεργό παίκτη (Europe Actor), δηλαδή ως αυτοτελές και αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο εντός κι εκτός του εδαφικού χώρου της Ε.Ε. (όπου το κράτος δεν εξαφανίζεται, αλλά μετασχηματίζεται), και δεύτερον εκείνη την τάση που προωθεί μια Ευρώπη – Χώρο (Europe Area) Αγορά κ.τ.τ., όπου το κράτος κυριαρχεί και η Ε.Ε. αποτελεί ένα είδος διευκολυντή. Και όποιος θέλει να συγκαταλεγεί στην πρώτη τάση της πολιτικής ενοποίησης, της Ευρώπης Πόλου, τότε, όπως ήδη ειπώθηκε, οι νέες εξουσίες, η αύξηση των πόρων, η κοινή πολιτική άμυνας ασφάλειας κι όχι η φιλολογία περί ήπιας δύναμης, οι κοινές πολιτικές προσεγγίσεις, ο κοινός δημόσιος χώρος, οι πανευρωπαϊκής εμβέλειας πολιτικοί και, φυσικά, ο κοινός οικονομικός χώρος, αποτελούν τα αναγκαία μέσα, τα οποία πρέπει να στοχοθετήσει και να υποστηρίζει την υιοθέτηση και την εφαρμογή τους. Δεν υπάρχει, λοιπόν, αμφιβολία ότι η ευρωπαϊκή μας πολιτική πρέπει να αναταχθεί. Τα στρατηγικά μας πλαίσια να επανατοποθετηθούν.

 Να εκκινήσει και πάλι η συσσώρευση πολιτικού και διπλωματικού κεφαλαίου, όπως και τη δεκαετία 1994-2004. Να επικαιροποιηθούν τα προτάγματά μας για τα δυτικά Βαλκάνια και πάνω από όλα να χαραχθεί νέο στρατηγικό πλαίσιο, στο οποίο να υπαχθούν οι πολιτικές μας απέναντι στην Τουρκία, δίχως να ανατραπεί η πολιτική μας για την ευρωπαϊκή της πορεία. Η ευρωπαϊκή και γενικότερα η εξωτερική μας πολιτική είναι, λοιπόν, γεμάτη προκλήσεις. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ., όμως, έχει αποδείξει πως η ευρωπαϊκή και η εξωτερική του πολιτική είναι το ισχυρό του χαρτί

Ομιλία σε εκδήλωση του ΙΣΤΑΜΕ 4.05.2009

Advertisements
Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.
Αρέσει σε %d bloggers: